Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Με αφετηρία το Νέο Ηράκλειο…



Ενώνουμε τις συγγραφικές μας διαδρομές και παρουσιάζουμε τα βιβλία μας. Παρέα με δύο εξαιρετικές γυναίκες, συντοπίτισσες στον ίδιο δήμο, μα και με κοινές ρίζες απ’ την Κρήτη, ξεφυλλίζουμε τα βιβλία μας και μοιραζόμαστε σκέψεις και προβληματισμούς. Συμπωματικά, αντιπροσωπεύουμε τους τρεις νομούς του νησιού μας, Χανιά, Ρέθυμνο και Σητεία, συμπληρώνοντας τον τέταρτο νομό –το Ηράκλειο- ως τόπο διαμονής μας.
Θα χαρώ πολύ να σας δω και πάλι από κοντά, ή να πρωτογνωριστούμε για όσους δεν κατάφεραν να έρθουν στην αρχική παρουσίαση. 

Αυτή τη φορά, την παρουσίαση συντονίζει ο συγγραφέας Θάνος Ξηρός, πάντα με την ευγενική επιμέλεια του ΑΛΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

Ένα μεγάλο ευχαριστώ από βάθους καρδιάς, για τη συντροφιά σας σ’ αυτό το πρώτο μου συγγραφικό ταξίδι!...

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

“Θα σε κάνω βασίλισσα… της κουζίνας!”


[Εικονογραφημένη ιστορία, βγαλμένη απ’ τη ζωή]



-
-         Και πού είσαι;… Να μου βγάλεις κι ένα καθαρό σώβρακο.

-         Πάλι σώβρακο βρε Αδωνάκο; Χτές δεν άλλαξες;

-         Ώχου… μυστήρια που είσαι! Αφού σου είπα. Αύριο θα’ρθουν ξαφνικά, να τραβήξουν βίντεο το σπίτι!

-         Ε και τι λοιπόν; Μήπως λογαριάζεις να τους δείξεις το σώβρακό σου;

-         Βρε τα κουφώματα θα τους δείξω, αλλά πες ότι σκάει ο διάολος το ποδάρι του και βγαίνω απ’ τα ρούχα μου! 

-      Και με την κουζίνα τι θα γίνει;

-      Τι θες να γίνει ρε Βγενάκι;

-      Να, χτες για να καταλάβεις, πήγα ν’ ανοίξω το ντουλάπι. Με το που πιάνω το πόμολο, μου'μεινε στο χέρι. Πάω να πιάσω την κάσα και μου πέφτει το πρεβάζι. Πάω να σηκώσω το πρεβάζι και μου πέφτει ο σοβάς απ’ το ταβάνι. 

-      Ε, καλά. Τα ξέρω αυτά Ευγενία. Τι να κάνω δηλαδή μ’ ένα μισθό; Την κουζίνα ν’ αλλάξω, τα πατώματα που πετσικάρανε να μαστορέψω, τα κουφώματα να καλαφατίσω; Μη τρελαθούμε εντελώς δηλαδή!

-      Ήταν η καταστροφή σου αυτή η δουλειά… και να πεις ότι μας μένει και τίποτα στην άκρη, να το καταλάβω. Εδώ τσίμα-τσίμα βγαίνει η δόση του δανείου… Και λείπεις κι όλη μέρα απ’ το σπίτι!

-      Τι να κάνω ο Χριστιανός; Τόσα στόματα έχω να θρέψω. Κι άμα θες να ξέρεις Βγενάκι, μ’ αυτό το μισθουλάκο του υπουργού πιάσαμε την πρώτη μας σιρμαγιά. Αμέ! Κι έτσι ξανοίχτηκα κι έφερα εκείνες τις παρτίδες τα νανογιλέκα, τα πούλησα, τύπωσα  κάτι κατεψυγμένες εγκυκλοπαίδειες που τις πούλησα κι αυτές για να τσοντάρω, κι έτσι πήραμε τη μεγάλη δημοπρασία με τα φάρμακα. Που απ’ αυτή αν θες να ξέρεις Ευγενία, αποκτήσαμε αυτό το ρημαδόσπιτο. Αλλιώς πώς θα τη κάναμε ζάφτι; Με τον ψωρομισθό σου απ’ τα κανάλια; 


-      Τελειώνεις με το μπάνιο; Θέλω να μπω.

-      Το καζανάκι μαλακά ε; Του βγάλατε τα μάτια πάλι! Το φλοτέρ θέλει άλλαγμα. 
Μα αφήνετε και τίποτα όρθιο σ’ αυτό το σπίτι; 


-      Ας ήσουν άξιος να κάνεις μια ανακαίνιση. 
Τόσα λεφτά περάσανε απ’ τα χέρια σου, 
δε μπορούσες να κρατήσεις κάτι και για μας; 
Επιτέλους, η οικογένειά σου είμαστε! 
Και δεν ζήτησα τίποτα λούσα και μεγαλεία, με ξέρεις τι γυναίκα είμαι… 
Μια κουζίνα με αερόθερμο φούρνο απ’ αυτές που είναι συρταρωτές, σου ζήτησα. 
Που έχω κοψομεσιαστεί να σκύβω με τα ταψιά και τις λαμαρίνες. 
Αλλά έτσι... έτσι ήσουν πάντα. Κολλημένος στο καθήκον. Αψεγάδιαστος. 
Λες και θα πάρεις κάνα βραβείο για την τιμιότητά σου!
 Ώχου μωρέ Άδωνη, γιατί να μην είσαι κι εσύ σαν τους άλλους; 
Και τις οφσόρ μας θα είχαμε και τις βιλλάρες με τις πισινάρες μας… 
και να, οι κουζίνες οι άϊνοξ και να, τα κουφώματα αλουμινίου με ανακλινόμενα τζάμια 
και να, τα κατσαρολικά τα καλά τα χαλύβδινα… 
που ακόμα με τους τεντζερέδες παλεύω… 
Μ’ ακούς; 
Άδωνη; 
Mωρούλι; 
Χουχούνι μου;

-      Και πού’σαι Βγενάκι;
-      Κοίτα μπροστά σου ρε μανάρι μου!
-      Εγώ… Εμένα που με βλέπεις, μια μέρα θα σε κάνω βασίλισσα εγώ! 
-     
-      Ρε Βγενάκι…
-      Μμμμ…;
- Τι είναι άμα δεις βέσπα στον ύπνο σου;
-      Παροιμία νομίζω…
-      Δηλαδή;
-      Μάθε βέσπα κι άστηνε. Κι άμα σε βρούνε, πιάστηνε!...

Art: Edward Hopper 


Και για να μη ξεχνιόμαστε. Μπορεί κι αυτό το σκάνδαλο να παραγραφεί. Συνηθισμένα τα βουνά… Εκείνο που δεν πρέπει να παραγραφεί, είναι η μνήμη μας.

Για τις αλήστου μνήμης εποχές: «Ο καρκίνος δεν αποτελεί επείγον περιστατικό, εκτός εάν ο ασθενής βρίσκεται στο τελικό στάδιο…»

Για το άθλιο εμπόριο ψεύτικης ελπίδας, με τα νανογιλέκα και τις ανύπαρκτες ευεργετικές τους ιδιότητες.

Για τους ανασφάλιστους ασθενείς που έφυγαν αβοήθητοι, γιατί δεν είχαν έγκαιρη πρόσβαση σε γιατρούς και φάρμακα.

Για τον μικρό Παναγιώτη απ’ την Κέρκυρα, που δεν κατάφερε να νικήσει το θηρίο κι “έφυγε” από μια επιθετική μορφή καρκίνου, πριν τέσσερα χρόνια. Ο τότε υπουργός υγείας, μετά από καθυστέρηση και κοροϊδία στον πατέρα του παιδιού, τελικά “διέγνωσε” πως η προτεινόμενη θεραπεία σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, ήταν σε πειραματικό στάδιο και αρνήθηκε να καλύψει μέρος της νοσηλείας. Με μια συγκινητική κινητοποίηση εντός και εκτός Ελλάδας, το ποσόν συγκεντρώθηκε, αλλά είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Και μένει αυτό το γαμώτο, ρε γαμώτο. «Μέσα σ’ όλα αυτά που φάγατε, δεν περίσσευε και καμιά “φτερούγα” για τους αρρώστους μας; Όχι; Να τη φοβάστε τη Νέμεση, που δηλώνετε και αρχαιολάτρης, τρομάρα σας!»

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Το Ρέκβιεμ του φτερωτού τενόρου

Ο Καρούζο ήταν ανήσυχος εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό. Κανονικά τέτοια ώρα, γαντζωνόταν στην ατσάλινη κούνια, όρθωνε καμαρωτός τον πιτσιλωτό λαιμό του και ξεκινούσε το μελωδικό του ρεσιτάλ. Γλυκά κελαηδίσματα, επιδέξιοι λαρυγγισμοί και περίτεχνες τρίλιες αντηχούσαν τριγύρω. Στα γειτονικά διαμερίσματα, περίμεναν με προσμονή το καλημέρισμα του μικρού τενόρου. Οι νοικοκυρές, σκυμμένες στις κουπαστές των μπαλκονιών, σταματούσαν τη λάτρα του σπιτιού, για ν’ αφεθούν συγκινημένες στις ουράνιες μελωδίες του. Λες κι ένα αόρατο χέρι πάγωνε τους ήχους της πολύβουης γειτονιάς· τα ραδιόφωνα σιγούσαν κι οι γυρολόγοι που διαλαλούσαν τις πραμάτειες τους απ’ τον τηλεβόα μιας καρότσας, σωπαίνανε. Οι τσιρίδες των παιδιών που ξεκινούσαν για το σχολείο, γινόντουσαν ξαφνικά ένας χαμηλόφωνος βόμβος· κι ήταν τόσο αλλόκοτο, ένα ατίθασο τσούρμο ζωηρών παιδιών, να σωπαίνουν για ν’ ακούσουν τις πρωινές καντάτες του Καρούζο. Ίσως βέβαια να γινόταν κι από σεβασμό στην αγαπημένη δασκάλα τους, την κυρία Ερμίνα.

Στο ενοικιαζόμενο δυαράκι, η κυρία Ερμίνα στεγάζει τη μοναξιά και τις αναμνήσεις της. Μαζί με το διορισμό της στη φτωχική δυτική συνοικία, που κανείς δάσκαλος δεν την καταδεχόταν –«χαμηλό το μορφωτικό επίπεδο, τι δουλειά έχουμε εμείς με τους γύφτους ρε Ερμνίνα;» της λέγαν περιφρονητικά οι συνάδερφοι- κουβάλησε τις κούτες με τα βιβλία και τα λιγοστά της υπάρχοντα. Αρχικά, υπολόγιζε να μείνει δοκιμαστικά μια χρονιά κι αν οι δυσοίωνες προβλέψεις των συναδέρφων επαληθευόντουσαν, θα επέστρεφε οριστικά στο νησί, μέχρι να παροπλιστεί και να βγει στη σύνταξη. Η μια χρονιά έγινε δύο και ήδη διένυε την έκτη της άνοιξη στο “σχολείο με τα γυφτάκια”, όπως το αποκαλούσαν οι γαλαζοαίματοι περίοικοι.

Οι παλιές φωτογραφίες στο σκρίνιο, ξεθωριάζανε τα είδωλά τους στο πέρασμα του χρόνου. Πάνω στα λεπτοδουλεμένα σεμεδάκια της Σμυρνιάς γιαγιάς, ακουμπισμένη όλη της η ζωή. Οι δαντέλες του νυφικού κιτρινισμένες κι ο καλός της Βάσος, οριστικά απών απ’ το οικογενειακό κάδρο, λίγο μετά το τραγικό ατύχημα του γιου τους. Ο μικρός Ορέστης στο σχολικό θρανίο. Πίσω του ο παγκόσμιος άτλαντας, ξεθωριασμένος κι αυτός, λες κι όλη η γη έγινε ένα άχρωμο ανάγλυφο. Ένα μπλε τετράδιο, με ξεφτισμένη ετικέτα «Του μαθητού της Ε’ τάξεως, Ορέστη Β.Καριπίδη». Οι πατρογονικές μορφές σ’ ένα οβάλ πορτρέτο, ρετουσαρισμένες και σκυθρωπές. Λίγες έγχρωμες φωτογραφίες με μαθητές στο τελείωμα μιας σχολικής χρονιάς, κι αυτές μελαγχολικές και άνευρες. Ο Καρούζο ήταν δώρο θεόσταλτο από τη γλυκιά της μαθήτρια την Ζαφειρούλα, το καλοκαίρι που τελείωσε το δημοτικό κι αποχαιρέτησε δακρυσμένη την αγαπημένη της δασκάλα. «Είναι πρώτης τάξεως κανταδόρος, θα σας κρατάει περίφημη συντροφιά κυρία»...

Αιφνιδιάστηκε απ’ το ασυνήθιστο δώρο. Ήξερε πως η Ζαφειρούλα την είχε κάνει εικόνισμα, γιατί αν δεν τη βοηθούσε καθημερινά μετά το σχολείο, καμία ελπίδα δεν είχε να βγάλει το δημοτικό. Φτωχή οικογένεια, το μόνο δώρο που μπορούσε να της κάνει, ήταν ένα ωδικό πτηνό, απ’ αυτά που εμπορευόταν ο πατέρας της στα παζάρια, μαζί με μια συγκινητική επιστολή με ροζ γράμματα και αυτοκόλλητες καρδούλες «Στην αγαπημένη μου δασκάλα...»

Ο Καρούζο αιωρούταν  στην κούνια του, ανοιγοκλείνοντας νευρικά τα χάντρινα ματάκια του. Ήταν ένα γαλήνιο πρωινό και στα παρτέρια της κυρίας Ερμίνας είχαν ξεμυτίσει τα ρόδινα ζουμπούλια κι οι ροζ ορτανσίες. Διάσπαρτα ανθάκια παντού, σαν τα ροζ γραμματάκια της Ζαφειρούλας, που δεν πρόλαβε να την καμαρώσει δασκάλα ύστερα από χρόνια. Κι ήταν μόνο ο Καρούζο, που την αποχαιρέτησε μ’ ένα θρηνητικό μοιρολόϊ. Η πορτούλα του κλουβιού βρέθηκε ανοιγμένη απ’ τους γειτόνους –«λες κι ήθελε να το λεφτερώσει μαζί με την ψυχούλα της» είπαν κάποιοι- μα εκείνος έμεινε γαντζωμένος κοντά της ως το τέλος.


Art: Henry Ryland

H ιστορία της κυρίας Ερμίνας και του Καρούζο, συμμετείχε στο 13ο παιχνίδι με τις λέξεις, που οργανώνει και φιλοξενεί η φίλη Μαρία, στο χώρο της mytripsonblog

Μεγάλο ευχαριστώ στους φίλους που παίξαμε κι αυτή τη φορά, παρέα με τις λέξεις και κυρίως στην Μαρία μας, που μας παραχωρεί απλόχερα το χώρο  και τη φροντίδα της. Ήταν όλα άψογα, όπως πάντα. Κι όσο ανεβαίνει ο αύξοντας  αριθμός των παιχνιδιών (φτάσαμε αισίως στον 13ο κύκλο), τόσο ενδυναμώνεται η συντροφικότητα, η ποιότητα και ο ενθουσιασμός μας. 

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Ο «Κατσαβιδάκιας» που έστησε το Χόλυγουντ της Αθήνας (*)

26 Ιανουαρίου 1977 - Τίτλοι τέλους για τον Φίνο 


Ο πατέρας του γιατρός κι απ’ τους πιο γνωστούς κινηματογραφικούς επιχειρηματίες της εποχής, είχε κινηματογραφικές αίθουσες στην Αθήνα και την επαρχία, με πιο γνωστή το Αλκαζάρ, το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο θερινό σινεμά της Αθήνας. Ο Φίνος το έχει συχνά σαν σημείο αναφοράς στα έργα του, αφού εκεί δέχθηκε τα πρώτα του ερεθίσματα στην έβδομη τέχνη.

Το 1939 ξεκινά το ταξίδι στο όνειρο• πουλάει τα υπάρχοντά του και ιδρύει στο Καλαμάκι τα «Ελληνικά Κινηματογραφικά Στούντιο». Την επόμενη χρονιά κάνει την πρώτη και τελευταία σκηνοθετική του απόπειρα με την ταινία «Το Τραγούδι του Χωρισμού», με τους Λάμπρο Κωνσταντάρα και  Λήδα Μιράντα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Φθινόπωρο 1940. Τα σχέδια για τη δημιουργία κινηματογραφικού στούντιο στο παλιό τριώροφο της οδού Στουρνάρα, μαζί με την αγαπημένη του Τζέλλα, ναυαγούν απ’ την ιταλική εισβολή και την επερχόμενη γερμανική κατοχή.


Ο Φίνος μαζί με παλιούς συνεργάτες παρουσιάζονται στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, προσφέροντας τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της πατρίδας, συγκροτώντας συνεργείο λήψεων επικαίρων στο Αλβανικό Μέτωπο. Μέσα από αφάνταστες δυσκολίες, άσχημες καιρικές συνθήκες και φτωχό κινηματογραφικό εξοπλισμό, μετακινούνται από πόλη σε πόλη και από βουνό σε βουνό, γυρίζοντας ανελλιπώς τις σκηνές του Αλβανικού Έπους, εκτεθειμένοι διαρκώς σε κίνδυνο για τη ζωή τους. Ο απαράμιλλος ηρωισμός των Ελλήνων στρατιωτών και οι αλλεπάλληλες νίκες κατά των Ιταλών ενθουσιάζουν τους νεαρούς οπερατέρ και τους βοηθούν να αναχαιτίζουν κάθε δυσκολία και κάθε εμπόδιο. Οι ταινίες που γυρίζουν για τα «Επίκαιρα», απαθανατίζοντας τα κατορθώματα του στρατού μας, συναρπάζουν και εμψυχώνουν τον κόσμο. Όμως, στις 6 Απριλίου του 1941, και ενώ οι Ιταλοί έχουν υποστεί τεράστια ταπείνωση και εξευτελισμό, παίρνουν τη σκυτάλη οι Γερμανοί μπαίνοντας στη Μακεδονία. Στις 27 Απριλίου καταλαμβάνουν την Αθήνα, υψώνοντας τη  σημαία με τη σβάστικα στην Ακρόπολη και στα δημόσια κτίρια.

Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου 1944, οι Γερμανοί αποχωρούσαν από την απελευθερωμένη Αθήνα. Στους δρόμους είχαν βγει χιλιάδες Αθηναίοι, που πανηγύριζαν. Ανάμεσά τους ήταν ο Φιλοποίμην Φίνος με τους συνεργάτες του, που κινηματογραφούσε τις πρωτόγνωρες στιγμές που ξετυλίγονταν μπροστά του. Το ’44, η ομάδα του Φίνου ετοίμαζε τη δεύτερη ταινία, «Η Βίλλα με τα Νούφαρα», που θα προβαλλόταν το 1945. Διέκοψε όμως τις προετοιμασίες, για να απαθανατίσει τις στιγμές της απελευθέρωσης. Κάποια στιγμή, ο Φίνος και οι συνεργάτες έφτασαν κάτω από την Ακρόπολη. Παρατήρησαν ότι η γερμανική σημαία με τη σβάστικα βρισκόταν ακόμα εκεί. Ο Φίνος γνώριζε ότι η κινηματογράφηση της υποστολής της γερμανικής σημαίας, θα αποτελούσε ντοκουμέντο τεράστιας ιστορικής αξίας. Άδραξε την ευκαιρία. Κρύφτηκε, έστησε την κάμερα και περίμενε. Τελικά, εμφανίστηκε ένας Γερμανός στρατιώτης που την κατέβασε και απομακρύνθηκε γρήγορα, με τη σημαία διπλωμένη στον ώμο. Το μοναδικό στιγμιότυπο συμπεριλήφθηκε σε ένα 11λεπτο βίντεο, στα πρώτα μετά την απελευθέρωση κινηματογραφικά Επίκαιρα. Στο βίντεο εκτός από την υποστολή της σβάστικας, εμφανίζονται εικόνες από τις τελευταίες ημέρες της γερμανικής κατοχής.

Στο φίλμ του Φίνου φαίνονται τα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι Γερμανοί, οι οποίοι αποχωρώντας ανατίναξαν σημαντικά έργα υποδομής, όπως το αεροδρόμιο Τατοΐου, λιμάνια, πολλές γέφυρες και το σιδηροδρομικό δίκτυο. Όταν επιχείρησαν να χτυπήσουν το εργοστάσιο ηλεκτρικού ρεύματος στο Κερατσίνι, υπήρξε σθεναρή αντίσταση από την ελληνική αντίσταση. Εκεί δόθηκε η φονική Μάχη της Ηλεκτρικής όπου οι Ελασίτες απέτρεψαν την ανατίναξη χτυπώντας τους σαμποτέρ της Βέρμαχτ. Δυστυχώς, ο Ισθμός της Κορίνθου και το λιμάνι του Πειραιά καταστράφηκαν.

Στην αιματοβαμμένη Καισαριανή του Φίνου, υπάρχουν πλάνα από την Καισαριανή, που υπήρξε προπύργιο του ΕΛΑΣ. Εκεί οι Γερμανοί, μια μέρα πριν αναχωρήσουν, επιτέθηκαν και εκτέλεσαν με απαγχονισμό τους αγωνιστές που συνέλαβαν. Στην Καισαριανή είχε εκτελεστεί και ο πατέρας του Φίνου, που καταδικάστηκε επειδή έστελνε σιτάρι και κριθάρι για τις ανάγκες της ανστίστασης, απ’ τα κτήματά του στην Κωπαΐδα. Μαζί τους καταδικάστηκε σε θάνατο και ο Φιλοποίμην. Ο πατέρας του όμως πρόλαβε να πείσει τους Γερμανούς πως ο γιος του δεν είχε καμία ανάμειξη και τελικά αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Αβέρωφ, με τον όρο της «εθελούσιας δωρεάς των περιουσιακών του στοιχείων στις δυνάμεις της κατοχής». Στο φιλμ μετά τις εικόνες από την Καισαριανή, εμφανίζονται πλάνα πανηγυρισμών. Διακρίνονται οι επίσημοι στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και η παρέλαση, στην οποία πρωτοστατεί ένα γαϊδουράκι, απ’ το μέτωπο. Πάνω του κρέμεται μια πινακίδα που γράφει «ΧΙΤΛΕΡ»....

Το φιλμ δεν προβλήθηκε ποτέ στην Αθήνα και το υλικό χάθηκε. Το εντόπισε ο Ροβήρος Μανθούλης στην Αμερική, πολλά χρόνια αργότερα και το χρησιμοποίησε στο ντοκιμαντέρ του, με τίτλο «Βίοι Παράλληλοι». Ο Φιλοποίμην Φίνος γεννήθηκε το 1908 και πέθανε στις 26 Ιανουαρίου του 1977 σε ηλικία 69 ετών.

"Πάντα με συγκινούσε, γιατί είχε πάθος για την δουλειά του. Ποτέ δεν τον είχα δει να κάθεται πίσω από ένα γραφείο, μα πάντα να μαστορεύει με τους βοηθούς του. Πολλές φορές σαν ήθελα να τον δω και μου λέγανε ότι βιδώνει ή ξεβιδώνει ένα μηχάνημα, έφευγα γιατί ήξερα πως για αυτόν ήταν ιερή στιγμή".
(Μάνος Χατζιδάκις)

"Δεν έκλαψε ποτέ γιατί δεν είχε χρήματα. Έκλαψε όμως όταν έπεσε μια μήχανη και έσπασε, ενώ ήξερε ότι μπορούσε να τη διορθώσει".
(Νίκος Καβουκίδης - Φωτογράφος)
«Στο Χόλυγουντ δεν θα με άφηναν να σκαλίζω τις κάμερες με το κατσαβίδι μου, εκεί κάνουν σινεμά με το μυαλό, εδώ κάνουμε με την καρδιά»
Η τελευταία του παραγωγή (1977), ήταν η ταινία «Ο κυρ-Γιώργης εκπαιδεύεται», με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο να πρωταγωνιστεί και τον Γιάννη Δαλιανίδη στη σκηνοθεσία. Ήταν και η «ταφόπλακα» της ήδη χρεοκοπημένης «Φίνος Φιλμ»
"Δεν μένει πιά παρά να τον θυμόμαστε…"
 (Αλέκος Σακελλάριος)

(*) Το παρατσούκλι «Κατσαβιδάκιας» προέρχεται από ένα δώρο που είχε κάνει στον Φίνο ο Μίμης Πλέσσας (1965). Ήταν ένα χρυσό κατσαβιδάκι και συμβόλιζε τη μανία του να κυκλοφορεί μονίμως  με ένα κατσαβίδι, επιδιορθώνοντας ό,τι έβρισκε μπροστά του.

Αντλήθηκαν πληροφορίες και φωτογραφίες απ’ το διαδίκτυο
και το αρχείο της Finos Film